ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ
ΓΙΟΧΑΝ ΣΕΜΠΑΣΤΑΝ ΜΠΑΧ
Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν
Μπαχ (Johann Sebastian Bach, Άϊζεναχ, 21/31 Μαρτίου
1685 - Λειψία, 28 Ιουλίου 1750) ήταν Γερμανός
συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας,
εκπαιδευτικός και εκτελεστής (οργανίστας,
κλειδοκυμβαλίστας, βιολιστής και
βιολονίστας) της περιόδου Μπαρόκ. Υπήρξε
αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος συνθέτης
αυτής της περιόδου, καθώς και ένας από
τους σπουδαιότερους στην ιστορία της
έντεχνης Δυτικής μουσικής. Τα περισσότερα
από 1000 έργα του που έχουν διασωθεί ως
τις μέρες μας, ενσωματώνουν όλα τα
χαρακτηριστικά του στυλ Μπαρόκ, το οποίο
και απογειώνουν στην τελειότητα. Παρόλο
που δεν εισάγει κάποια νέα μουσική
φόρμα, εμπλουτίζει το γερμανικό μουσικό
στυλ της εποχής με μια δυνατή και
εντυπωσιακή αντιστικτική τεχνική, έναν
φαινομενικά αβίαστο έλεγχο της αρμονικής
και μοτιβικής οργάνωσης, και την
προσαρμογή ρυθμών και ύφους από άλλες
χώρες, ιδιαίτερα από την Ιταλία και τη
Γαλλία. Η μουσική του χαρακτηρίζεται
από τεχνική αρτιότητα, αρτιστικό υπόβαθρο
και, κυρίως, υψηλή πνευματικότητα.
Τα έργα του καλύπτουν ένα
ευρύτατο φάσμα τόσο της οργανικής (έργα
για τσέμπαλο, εκκλησιαστικό όργανο,
κοντσέρτα), όσο και της φωνητικής μουσικής
(ορατόρια, λειτουργίες, πάθη, καντάτες,
κ.α.). Ως χαρακτηριστικά έργα του Μπαχ
μπορούν να αναφερθούν: η Τοκάτα και
Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα, η Λειτουργία σε
σι ελάσσονα, τα Κατά Ματθαίον Πάθη, τα
Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, το
Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο και η
Τέχνη της Φούγκας.
Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
Ο
Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ Wolfgang
Amadeus Mozart, βαφτίστηκε Johannes
Chrysostomus Theophilus
Mozart
στο Σάλτσμπουργκ στις 27 Ιανουαρίου 1756
- Βιέννη, 5 Δεκεμβρίου 1791 ήταν ένας από
τους σημαντικότερους συνθέτες κλασσικής
μουσικής. Μαζί με τον Γιόζεφ Χάυντν, τον
Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και τον Φραντς
Σούμπερτ αποτελούν τους σημαντικότερους
εκπροσώπους του λεγόμενου βιεννέζικου
κλασικισμού, του κλασσικισμού και τη
λεγόμενη «Πρώτη Σχολή της Βιέννης» .
Συνέθεσε περισσότερα από 600 έργα, μουσική
δωματίου, συμφωνική και εκκλησιαστική
μουσική, καθώς και μικρότερες συνθέσεις:
παραλλαγές, φαντασίες, σονάτες, άριες
κ.α. Στην ηλικία των πέντε ετών, συνέθετε
ήδη μικρά κομμάτια, τα οποία έπαιζε στον
πατέρα του, ο οποίος τα κατέγραφε. Αυτά
τα πρώτα κομμάτια, κατάγραφηκαν στο
μουσικό βιβλίο Nannerl
Notenbuch. Οι
δεξιότητες του νεαρού Μότσαρτ υπήρξαν
μοναδικές. Εκτός από την εξαιρετική
τεχνική του στο πιάνο, στο όργανο και
στο βιολί, είχε την ικανότητα να
αποστηθίζει πληθώρα συνθέσεων με
φαινομενική ευκολία, ενώ αξιοσημείωτη
ήταν επίσης η ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει
πάνω σε ένα μουσικό θέμα χωρίς προετοιμασία.
Ο βιογράφος Μέηναρντ Σόλομον σημειώνει
πως ο πατέρας του Μότσαρτ ήταν ένας
αφοσιωμένος δάσκαλος για τα παιδιά του
και κατά παράδοξο τρόπο η αυταρχική
στάση του παρακινούσε τον Μότσαρτ να
προχωρά παραπέρα από ό,τι του δίδασκε
ο πατέρας του. Η πρώτη σύνθεση, γεμάτη
μουντζούρες από μελάνι, και οι πρώτες
του προσπάθειες με το βιολί αποτέλεσαν
δική του πρωτοβουλία και εξέπληξαν τον
πατέρα του. Ήδη σε ηλικία έξι ετών,
κατέγραφε ο ίδιος τις συνθέσεις του. Ο
πατέρας του εγκατέλειψε τελικά τη
σύνθεση όταν έγιναν εμφανή τα μουσικά
ταλέντα του γιου του. Στα πρώτα του
χρόνια, ο πατέρας του Μότσαρτ ήταν ο
μοναδικός του δάσκαλος. Εκτός από μουσική
δίδασκε στα παιδιά του ξένες γλώσσες
και άλλα μαθήματα.
Λούντβιχ βαν Μπετόβεν
Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν Ludwig van Beethoven,
Βόννη, βαπτίστηκε 17 Δεκεμβρίου 1770 —
Βιέννη, 26 Μαρτίου 1827 ήταν Γερμανός
συνθέτης και πιανίστας. Αποτέλεσε μία
από τις κεντρικότερες μορφές της
κλασσικής μουσικής και συγκαταλέγεται
σήμερα ανάμεσα στους ευρύτερα αποδεκτούς
συνθέτες όλων των μουσικών περιόδων
και τους πλέον γνωστούς όλων των εποχών.
Ο Μπετόβεν αν και ανήκει περισσότερο
στην κλασσική περίοδο, συνδέθηκε με το
κίνημα του ρομαντισμού που ακολούθησε
και τα τελευταία του έργα διακρίνονται
από έντονα ρομαντικά στοιχεία. Οι
συμφωνίες και τα κοντσέρτα για πιάνο
που συνέθεσε αποτελούν τα πιο δημοφιλή
έργα του. Από πολλούς αναγνωρίζεται ως
μια από τις μουσικές ιδιοφυίες, παράδειγμα
και μέτρο σύγκρισης για όλους τους
μεταγενέστερους συνθέτες. Σε ηλικία 12
ετών δημοσιεύτηκε η πρώτη του σύνθεση
και ο Νέεφε δήλωσε πως επρόκειτο για
τον νέο Μότσαρτ. Ο Μπετόβεν συνέχισε να
συνθέτει έργα ενώ συγχρόνως άρχισε να
εργάζεται ως οργανίστας στην Αυλή. Ένα
από τα σημαντικότερα και το πιο τραγικό
γεγονός της ζωής του Μπετόβεν αποτέλεσε
η κώφωσή του. Άρχισε να χάνει την ακοή
του σταδιακά από την ηλικία των 26 ετών,
το 1796 (κατά άλλους αρχίζει λίγα χρόνια
αργότερα) και, περίπου το 1820, θεωρείται
πως ήταν ολοκληρωτικά κωφός. Το γεγονός
αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον
Μπετόβεν, η οποία αποτυπώνεται και σε
γράμμα του προς τους αδελφούς του, το
1802, με την παράκληση να διαβαστεί μετά
το θάνατό του, γνωστό και ως Διαθήκη του
Heiligenstadt. Παρά την απώλεια της ακοής του,
έγραψε μουσική μέχρι το τέλος της ζωής
του. Η υγεία του Μπετόβεν ήταν γενικά
κακή και το 1826 επιδεινώθηκε δραστικά,
γεγονός που οδήγησε και στο θάνατο του
τον επόμενο χρόνο.
Αντόνιο Βιβάλντι
Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι Antonio Lucio
Vivaldi, 4 Μαρτίου 1678 - 28 Ιουλίου 1741, γνωστός
και με το προσωνύμιο il Prete Rosso (= ο
κοκκινομάλλης παπάς) λόγω του χρώματος
των μαλλιών του, ήταν Ιταλός συνθέτης,
(μουσουργός), δεξιοτέχνης βιολιστής και
ιερέας της εποχής του Μπαρόκ. Θεωρείται
από τους σημαντικότερους συνθέτες της
εποχής του και ο δημοφιλέστερος του
κλασσικού μπαρόκ, καθώς με τη μουσική
του επηρέασε πλήθος συνθετών τόσο της
γενιάς του, μεταξύ των οποίων, τους
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκέοργκ Φίλιπ
Τέλεμαν, όσο και τους μετέπειτα.
Στα πιο γνωστά έργα του
περιλαμβάνονται δεκάδες κοντσέρτα για
βιολί - μια ενότητα των οποίων αποτελούν
τις περίφημες «Τέσσερις Εποχές»- και
άλλα όργανα, πάνω από 40 όπερες και πλήθος
άλλων έργων θρησκευτικής μουσικής.
Αρκετά έργα του συνέθεσε για το γυναικείο
μουσικό σχήμα του Ospedalle della Pietà, το
οποίο ουσιαστικά ήταν ένα ορφανοτροφείο
για εγκαταλειμμένα παιδιά και στο οποίο
ο Βιβάλντι εργάστηκε στις περιόδους
1703 – 1705 και 1723 – 1740. Οι όπερές του επιπλέον
είχαν κάποια επιτυχία σε πόλεις όπως η
Βενετία, η Μάντουα και η Βιέννη. Μετά τη
συνάντησή του με τον αυτοκράτορα Κάρολο
ΣΤ΄ ο Βιβάλντι μετοίκησε στη Βιέννη
όπου και έλπιζε στην τοποθέτησή του ως
μουσικού εκεί. Ο αυτοκράτορας ωστόσο
σύντομα σχετικά μετά την άφιξή του
πέθανε και ο συνθέτης απεβίωσε πάμφτωχος
άνευ κάποιας σταθερής πηγής εισοδήματος. Παρόλο που η μουσική του έτυχε
ευρείας αποδοχής και αρεσκείας από το
κοινό ενώ ο ίδιος ήταν εν ζωή, μετά το
θάνατό του η δημοτικότητά της μειώθηκε
αρκετά ως την ταχεία αναγέννησή της στο
πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Στις
μέρες μας, ο Βιβάλντι συγκαταλέγεται
μεταξύ των δημοφιλέστερων και περισσότερο
ηχογραφημένων μπαρόκ συνθετών.



